Εις μνήμην

Εις μνήμην
Στίχοι και σκέψεις των μαθητών του Γ3 με αφορμή τα δύο χρόνια από την τραγωδία των Τεμπών

Επιβάτες, πολλοί επιβάτες πηγαινοέρχονταν
Το τρένο αναχωρεί σε πέντε λεπτά.
Όλοι στη βιασύνη να προλάβουν το τελευταίο τρένο
για να δουν τα αγαπημένα τους πρόσωπα στη Θεσσαλονίκη.
Παιδιά, φοιτητές, ηλικιωμένοι, κυρίως όμως νέοι
με όνειρα και στόχους για το μέλλον.
“Μαμά όλα καλά, ανυπομονώ να γυρίσω σπίτι
να σε αγκαλιάσω, που τόσο μου έχεις λείψει!”
Και ξαφνικά ακούστηκε “μπαμ” κι ο χρόνος σταμάτησε.
“Μαμά καίγομαι, μαμά δεν έχω οξυγόνο”
ήταν οι φράσεις που ακούγονταν.
Μέσα σε ένα δευτερόλεπτο όλα χάθηκαν.
Ελπίδες, σχέδια για το μέλλον των νεαρών ψυχών
αποτελούσαν πλέον παρελθόν.
Αίματα παντού, οι γενναίοι βοηθούν τους πιο αδύναμους
που χαροπαλεύουν, ή παλεύουν να ζήσουν.
57 ψυχές χάθηκαν.
Μα γιατί άραγε;
Γιατί να χαθούν τόσο άδικα αυτές οι ψυχές;


Η ώρα δείχνει 00.57 το βράδυ
όταν το τρένο με τελικό προορισμό τη Θεσσαλονίκη
ξεκινά για το αιώνιο ταξίδι του προς το σκοτάδι
Στην άλλη μεριά, το τρένο με το φορτίο παίρνει φόρα
και ξεκινά στον ίδιο ορίζοντα.
Η ώρα δείχνει 00.32 το βράδυ, ξανά
όταν το σκοτάδι αρχίζει να κάνει την εμφάνισή του
στις δυο αμαξοστοιχίες, βαρύνοντας το κλίμα ανάμεσά τους.
Έφτασε 00.10, όταν το σκοτάδι και ο θάνατος προειδοποιούσαν
για κάτι το οποίο κανείς δεν φανταζόταν.
Η ώρα ξαφνικά σταματά στο μηδέν.
11.28, μια σύγκρουση που ακούστηκε μακριά
και τα γεγονότα άρχισαν να εκτυλίσσονται
στην πεδιάδα που έσκασε στη φωτιά
όταν 57 αδικοχαμένες ψυχές άρχισαν μια αιώνια ανηφοριά
για την επίσκεψη στον Παράδεισο.


Κατάματα έγινε το λάθος
ένας μεγάλος θόρυβος ακούστηκε
φωνές τρόμου, φωνές αγωνίας
Ο κρύος άνεμος του Φλεβάρη φουντώνει τη φωτιά
και παίρνει μαζί του στάχτες, φύλλα, ζωές
Η μέρα είχε δεν είχε τέλος
Σήμερα, είναι ημέρα μνήμης.


Τα αισθήματα είναι ανάμεικτα μετά από αυτό το τραγικό γεγονός. Παιδιά και γονείς μείναμε
έκπληκτοι! Διανύουμε εποχή ευημερίας και εξέλιξης, κι από την άλλη υπάρχει πληθώρα σοβαρών
προβλημάτων. Σημαντικό να παλέψουμε για την επίλυσή τους, για την καλύτερη αρμονία της
χώρας. Για να μην ξαναχαθούν 57 άνθρωποι, για να μπορούμε να ταξιδεύουμε με ασφάλεια.


Έφυγε το τρένο, έφυγες κι εσύ
Αν δεν ξανάρθεις πίσω,
τι νόημα έχει αυτή η ζωή;
Ξυπνήσαμε τη μέρα όλοι μαζί
Γιατί έπρεπε όμως
να έχεις ήδη φύγει απ’ την αυγή;
Μιλάνε για ασφάλεια και προστασία του πολίτη
Είχε όμως ήδη γραφτεί η μοίρα σου
στο τρένο-δυναμίτη


Ως ανθρώπου ξένου η ψυχή μου πονά
για τις αθώες ψυχές που πετάξαν μακριά
Μια ζωή είχαν, τη χάσαν κι αυτή
από ένα μονάχα ανθρώπινο λάθος
οι γονείς θα κλαίνε
και θα τη νοσταλγούν αυτή.


Τα λόγια περιττά,
τα συναισθήματα φωνάζουν, ουρλιάζουν
πόνος…θλιψη
η αδικία που μαστίζει τούτον εδώ τον κόσμο
Έφυγες και χάθηκες
μες στην κοιλάδα των Τεμπών…
αδυνατώ πια να καταλάβω
και φοβάμαι
πώς άνθρωποι απάνθρωποι βρίσκονται ακόμα εδώ
Το λιγότερο που μπορώ να πω.


Μπαίνεις σε ένα τρένο. Περιμένεις με ανυπομονησία να ξαναδείς την οικογένειά σου.
Οδεύεις 11 λεπτά προς τον θάνατό σου.
Το ταξίδι σου τελειώνει σύντομα.
Γίνεσαι ένα λαμπρό αστέρι, ή παλεύεις για πάντα να ξεπεράσεις τις αόρατες πληγές.
Πάντως, σε κάθε περίπτωση, η ζωή σου τελειώνει.


Άδικο…
Άδικο να υπάρχουν τόσα όνειρα,
και να χάνονται μες σε μια στιγμή…


Οργή…
Οργή του κόσμου φοβερή,
κλαίει και ουρλιάζει το παιδί…


Απόγνωση…
Απόγνωση στα μάτια της μητέρας
και τη χαρά την πήρε ο αέρας…


Το τρένο φεύγει και δεν ξαναγυρνά
Μέσα του επέβαιναν εκατοντάδες παιδιά
Μεγάλοι άντρες και γυναίκες στη φωτιά
Κάηκαν ζωντανοί στις 11 και 30 πρώτα λεπτά
Πού να ήξεραν πως δεν θα ξαναδούν το φως;
Πού να ήξεραν πως δεν θα ξαναπούν σ’ αγαπώ;
Οι φωνές και τα χαμόγελά τους έσβησαν στις ράγες
Χωρίς κανένα αντίο, έγιναν άγγελοι στις πεδιάδες
Και όλα αυτά, σε ένα τρένο χωρίς επιστροφή


Οι ράγες της τραγικότητας
ξαφνικά συνάντησαν αργά το βράδυ
57 ράγες ζωής
Από τότε συμπλέουν, μαζί
τραγικότητα και τα πενήντα εφτά ονόματα.


Τελικά ο κόσμος αποδεικνύεται άδικος. Είναι κάποιες στιγμές που τα λόγια χάνουν την αξία τους.
Το τρένο ξεκινάει και τελικός προορισμός είναι η επιθυμία ενός άλλου, πιο μεγάλου, που
αποφασίζει για τις ζωές μας. Δυστυχώς νέοι χάθηκαν χωρίς να μπορούν να αποχαιρετήσουν τους
γονείς τους, αφήνοντας πίσω τους ένα χάος, χωρίς κανένας να γνωρίζει πώς μπορεί να συνεχίσει
τη ζωή του και πώς να εμπιστευτεί ξανά…


Γιατί εσύ;
Μα από την άλλη…γιατί ο άλλος;
Αν δεν έπαιρνες ΑΥΤΟ το τρένο…
Μπορεί…
Μπορεί ακόμα να ήσουν εδώ, να ήσουν δίπλα μου, να ήσουν μαζί μου, να ήσουν…
Πώς; Μα πώς έγινε αυτό;
Πώς ένα ασήμαντο εισιτήριο μας καταδίκασε σε δυο κόσμους διαφορετικούς,
ολότελα διαφορετικούς
και τώρα εγώ θα χρειαστεί να ζήσω χωρίς εσένα
Ποτέ ξανά δεν θα δω εσένα
Δεν θα μυρίσω εσένα
Δεν θα νιώσω εσένα
Δεν θ’ αγκαλιάσω εσένα
Δεν θα φιλήσω εσένα
Δεν θα ξαναζήσω μ’ εσένα…
Όπως και εσύ δεν πέθανες μ’ εμένα
Πέθανες μόνος σου
Και γιατί;
Άραγε γιατί;


Σε ποια κοιλάδα ταξιδεύει;
Σε ποιο δρόμο περπατά;
Σε ποια μεριά είσαι εσύ;
Σε ποια μεριά είμαι εγώ;
Σε ποιο μέρος πας;
Σε ποιο μέρος πάω;
Σε ποιον ουρανό;
Σε ποια γη;
Σε ποιο φεγγάρι ζούμε και οι δυο;
Σε ποιον κόσμο;
Σε ποιο τρένο;
Σε ποιο βαγόνι ταξιδεύουμε κι οι δυο;
Σε ποιο;
Στο πρώτο είμαι εγώ
Στο πέμπτο είσαι εσύ
Στον θάνατο βρίσκομαι εγώ
Στη ζωή βρίσκεσαι εσύ
Στους νεκρούς είμαι εγώ
Στους ζωντανούς είσαι εσύ
Σε άλλο κόσμο είμαι εγώ
σε άλλο κόσμο είσαι εσύ
Σε κάποια άλλη ζωή, θα είμαστε ξανά μαζί.
*


Σαν μια χούφτα στάχτη τη ζωή σου εγώ κρατώ
Το σχοινί της κόπηκε τόσο εύκολα
και πας, έφυγες τόσο γρήγορα, χωρίς να πεις το αντίο αυτό
Σαν τον αγέρα που έρχεται και φεύγει, έτσι είναι η ζωή
Σαν μια ρόδα σ΄ένα τρένο που τρέχει στην άγνωστη ανατολή
Και πώς σταματάει η ρόδα έτσι ξαφνικά
Και πώς τρέχει το τρένο στης μοίρας τα σχοινιά
Σαν να το έσπρωξε κανείς να πάει προς τα εκεί
Σαν ένα κακό παιχνίδι της τύχης.


Και ακούει το τρένο στις ράγες
Και ακούει το ρολόι της ζωής πίσω απ΄τις φωνές
Σαν τον ήλιο που έρχεται και φεύγει
και κρύβεται στο λιόγερμα της γης.


Κι όλα έγιναν μαύρα ξαφνικά
Έφυγα ένα βράδυ
έφυγα στο τρένο
“Δεν έχω οξυγόνο”
Ξεχνώ πώς ν’ αναπνέω
Και ξαφνικά έγιναν όλα μαύρα
Πνίγομαι στο αίμα
πνίγομαι στο άδικο
Μάνα φεύγω μακριά
Μάνα με παίρνουν τα πουλιά
Και ξαφνικά έγιναν όλα μαύρα
Είμαι με πενήντα έξι αγγέλους πια
Έφυγα σε μια τραγωδία
Είμαι όμως με του Παραδείσου τα παιδιά
Είμαι κι εγώ ένα απ’ αυτά
Και ξαφνικά όλα έγιναν μαύρα
Μάνα σ’ αγαπώ
Μάνα δεν πονάω άλλο πια
Μάνα, βρίσκομαι σε ηρεμία
χωρίς το σώμα μου να φλέγεται από φωτιά
Και όλα έγιναν μαύρα ξαφνικά.

— η εικόνα της δημοσίευσης είναι από την περσινή δράση των μαθητών και μαθητριών στο χώρο του σχολείου.


Tags: